ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ
ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Ο ΦΟΡΟΣ ΤΟΜΠΙΝ
ΜΕΛΕΤΕΣ
ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ

ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ
(Press releases)

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ

PORTO-ALEGRE
(Global Social Forum)

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ
ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ
ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΑ ΔΕΛΤΙΑ

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΙΣΤΙΟΣΕΛΙΔΕΣ
ΓΡΑΨΤΕ ΜΑΣ hellas@attac.org

ATTAC ΕΛΛΑΔΑ
Μαυροματαίων 2α 10682 Αθήνα
Τηλ:8219855 - Fax:8228869

ΙΔΡΥΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ποιος φοβάται το φόρο του Τόμπιν; Δημοκρατία, Οικονομική Πολιτική και Χρηματοπιστωτικές Αγορές

Κατά τα τελευταία χρόνια η επιθυμία να γίνει κάτι που να αναχαιτίζει την ισχύ των χρηματοπιστωτικών αγορών, επανέφερε στο προσκήνιο την πρόταση του Τζέιμς Τόμπιν για την επιβολή φόρου στις βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές ροές κεφαλαίου με σκοπό, όπως ο ίδιος το έθεσε, «να ρίξει άμμο στον τροχό των χρηματαγορών». Αρχικά, η ιδέα του φόρου Τόμπιν υποστηρίχθηκε για την προώθηση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την παροχή κάποιας μορφής προστασίας σε οικονομίες που αντιμετώπιζαν κερδοσκοπικές κρίσεις - συχνά, η προστασία αυτή κρίνεται αναγκαία ακόμη και σε οικονομίες τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη των οποίων είναι καλά και των οποίων οι οικονομικές πολιτικές θεωρούνται "αξιόπιστες" ακόμη και στο πλαίσιο των ορθόδοξων οικονομικών κριτηρίων. Ωστόσο, σε ένα άλλο επίπεδο, ένας τέτοιος φόρος είναι δυνατό να βοηθήσει τις οικονομίες να μπούν σε μια διαδικασία ανάκτησης αυτόνομης οικονομικής πολιτικής. Η ATTAC είναι ένας οργανισμός ο οποίος δημιουργήθηκε αρχικά στη Γαλλία για την προώθηση του φόρου Τόμπιν και την υποστήριξη ευρύτερων ζητημάτων που ανέκυψαν από την ανεμπόδιστη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Από τότε, έχει διαδοθεί σε πολλές χώρες και κατάφερε να κάνει ευρύτερα γνωστά τα παραπάνω θέματα. Στην Ελλάδα, η ομάδα των ανθρώπων που προσπαθεί να δημιουργήσει μια ελληνική αντιπροσωπεία της ATTAC θα καταφέρει, με λίγη τύχη, κατά τους επόμενους μήνες να παρουσιάσει το κρίσιμο αυτό ζήτημα σε ένα ευρύ κοινό στην Ελλάδα. Όπως τόνισαν οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην πρώτη συνάντηση, θα γίνει προσπάθεια να μετατραπεί το αρχικό οικονομικό τεχνοκρατικό επιχείρημα σε μια καμπάνια για την αντιμετώπιση της παγκοσμιοποίησης με συκεκριμένες προτάσεις.

Παρόλο που υπάρχουν πράγματι πολλά τεχικά ζητήματα προς συζήτηση - πώς θα δουλεψει ο φόρος Τόμπιν, εάν είναι εύκολη η φοροδιαφυγή, πόσα χρήματα μπορούν να συγκεντρωθούν για την προώθηση της ανάπτυξης στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες κ.τ.λ. - είναι σημαντικό να μη χαθεί η ουσία του θέματος. Ακριβώς επειδή τα διακυβεύματα είναι πολλά, συνιστούν τελικά μια πολιτική πλατφόρμα γύρω από την ανάγκη να φορολογηθεί το κερδοσκοπικό κεφάλαιο. Το πιο σπουδαίο από αυτά είναι το ζήτημα της δημοκρατίας και της δημιουργίας ευκαιριών δημόσιου διαλόγου περί την οικονομική πολιτική διασφαλίζοντας τον έλεγχο αυτής από δημοκρατικές διαδικασίες.

Για να τεθεί απλά, εκείνοι που αντιτίθενται στο φόρο Τόμπιν και σε παρόμοια μέτρα πολιτικής, προσπαθούν να παρακάμψουν τους κανόνες της δημοκρατικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο της δημοκρατίας δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό με τα άτομα που υποστηρίζουν αυστηρές οικονομικές πολιτικές και άλλα τέτοιου είδους μέτρα, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις, με την πεποίθηση ότι αυτά θα οδηγήσουν σε ένα καλύτερο οικονομικό περιβάλλον και συνεπώς σε αύξηση του πλούτου και βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών στο μέλλον. Τα άτομα θα πρέπει να μπορούν να υποστηρίξουν τέτοιου είδους μέτρα δημόσια και θα μπορούν , βεβαίως, να δεχτούν και την κριτική ατόμων με άλλες απόψεις - που υποστηρίζουν ότι τέτοιου είδους προτάσεις θα οδηγήσουν σε ανεργία , αυξημένη ανισότητα, φτώχεια κτλ.

Ωστόσο οι υποστηριχτές μέτρων ορθόδοξης οικονομικής πολιτικής δεν είναι ευχαριστημένοι με αυτό το απλό πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο. Με την προώθηση της απελευθέρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης και της ελευθερίας του βραχυπρόθεσμου κερδοσκοπικού κεφαλαίου, γνωρίζουν ότι οι προτάσεις που υποστηρίζουν έχουν ένα θεσμικό πλεονέκτημα. Ασφαλώς, υποστηρίζουν την απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών για λόγους αποτελεσματικότητας, αλλά καθώς η απελευθέρωση αυτή περιλαμβάνει και το βραχυπρόθεσμο κερδοσκοπικό κεφάλαιο αυτή η επιχειρηματολογία δεν πείθει. Γιατί εκείνο που είναι φανερό (και αποδεκτό από τους πλέον ειλικρινείς υποστιρικτές της απελευθέρωσης) είναι ότι οι εναλλακτικές οικονομικές πολιτικές σε ένα απελευθερωμένο περιβάλλον αντιμετωπίζουν ένα διπλό εμπόδιο. Όχι μόνο χρειάζεται να πείσουν για την καταλληλότητά τους - απαραίτητο κομμάτι της δημοκρατικής διαδικασίας - αλλά υπάρχει και ο κίνδυνος να εκτροχιαστούν από τις δυνάμεις του κερδοσκοπικού κεφαλαίου. Επομένως, οι δημοκρατικές διαδικασίες βραχυκλώνονται καθώς πολλοί άνθρωποι είτε δεν ψηφίζουν σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους - κρίνοντας, πιθανόν σωστά,ότι η υποστήριξη της εναλλακτικής επιλογής έχει μικρή πιθανότητα επιτυχίας - είτε, ακόμη χειρότερα, αποξενώνονται από τις πολιτικές διαδικασίες.

Αυτό ασφαλώς αποτελεί έναν απο τους κύριος λόγους για την αυξημένη απάθεια και τον κυνισμό που παρατηρούμε κατά την πολιτική διαδικασία. Κατά το παρελθόν οι σοσιαλδημοκράτες κάθε απόχρωσης προσπαθούσαν να επεκτείνουν τη δημοκρατία από την πολιτική στην κοινωνική, και κατ’ επέκταση στην οικονομική, σφαίρα - και πράγματι μια τέτοια δυναμική ενυπάρχει στο ίδιο το όνομα της σοσιαλδημοκρατίας. Επομένως, ενδιαφέρονταν για τη συμμετοχή των εργαζομένων στις επιχειρήσεις, για το ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων στη διαμόρφωση μακροοικονομικής πολιτικής, για την άσκηση δημοκρατικής βιομηχανικής πολιτικής στο τοπικό επίπεδο κ.τ.λ. Για τους "εκσυγχρονιστές" της κεντρο-αριστεράς, οι προτάσεις αυτές έχουν από καιρό βγει από την αντζέντα της "ρεαλιστικής" διαμόρφωσης μέτρων πολιτικής. Σα να μη φτάνει αυτό, η κεντρο-αριστερά σήμερα αποδέχεται πως υπάρχουν όρια στη δοσολογία του δημοκρατικού ελέγχου ακόμη και σε θέματα όπως η μακροοικονομική πολιτική - κάτι που θα είχε απορριφθεί ως γελοίο ακόμη και από κυβερνήσεις της δεξιάς των δεκαετιών 1950 και 1960. Όλο και πιο πολύ η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική πρέπει να περάσει τις εξετάσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Κατά τα τέλη του 1990 με τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις της Ρωσσίας και της Νοτιο-Ανατολικής Ασίας, και με την νομισματική ένωση σε αμφισβήτηση, η εκλογή κυβερνήσεων της κεντρο-αριστεράς φαίνονταν να αποτελεί κάποια πρόκληση στην παραπάνω ορθοδοξία. Η ιδέα ήταν να προωθηθεί ένας "οικονομικός πόλος" στο πλαίσιο της Ευρώπης που θα εναντιώνονταν στην άποψη ότι η ΕΕ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μεγάλη αγορά ανοιχτή στο επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό κεφάλαιο ανεξάρτητα από το κόστος, και να ασχοληθεί ενεργά με την ανεργία και την πραγματική οικονομική σύγκλιση. Έγινε λόγος ακόμη και για ένα αυξημένο ρόλο της Ε.Ε. στη διεθνή σκηνή, όπως η προώθηση της σταθερότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών μέσω ενός συστήματος ελεγχόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών και της χρηματοοικονομικής σταθερότητας μέσω ορισμένων, αν και δειλών, περιορισμών των χρηματοπιστωτικών αγορών. Είναι αλήθεια ότι τέτοιες προτάσεις συνδεθήκαν περισσότερο με τις απόψεις του Lafontaine και του Jospin, παρά με αυτές του Blair και του Schroder, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι το πρόσφατο παρελθόν δείχνει ότι αυτή η συζήτηση έχει περιθωριοποιηθεί στους κόλπους της κεντροαριστεράς.

Εκείνο που είναι σημαντικό να σημειώσουμε για τις κυβερνήσεις της κεντρο-αριστεράς δεν είναι το αν εισάγουν το ένα ή το άλλο μέτρο για την άμβλυνση της φτώχειας ή τη μείωση της ανεργίας - εξάλλου όλες χρειάζεται να καταφύγουν που και που στις κάλπες - αλλά η έκταση στην οποία έχουν πρόθυμα αποδεχθεί το δεδομένο θεσμικό περιβάλλον το οποίο όπως υποστηρίζουν "δένει τα χέρια τους". Ο ζήλος του Μπλερ να υποστηρίζει μια πιο απελευθερωμένη Ε.Ε. - πριν η Ευρώπη να έχει την τιμή της συμμετοχής της Βρεταννίας στη νομισματική ένωση - και να αντιπαρατίθεται σε όλα τα μέτρα που περιορίζουν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, αποτελεί μόνο το πιο ακραίο παράδειγμα. Όλο και περισσότερο οι κεντρο-αριστεροί στην Ευρώπη απαξιούν να υποστηρίξουν τις οικονομικές τους προτάσεις χρησιμοποιώντας τα παραδοσιακά οικονομικά και ηθικά επιχειρήματα. Το ισχυρότερο επιχείρημά τους είναι ότι δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση - που είναι εν μέρει σωστο δεδομένων των θεσμικών περιορισμών που υφίστανται και που δεν αμφισβητούνται πλέον. Ο πολιτικός κυνισμός που ενέχει αυτό, φαίνεται από το γεγονός ότι ο Μπλερ ήρθε στην εξουσία για δεύτερη φορά με λιγότερους ψήφους από τον Κίνοκ (κάποιος που θεωρείται ευρέως ως πολιτική αποτυχία) εξαιτίας της μικρής συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία.

Ασφαλώς, η ελεύθερη μετακίνηση του κεφαλαίου δεν αποτελεί το μόνο στοιχείο του εχθρικού προς το δημόσιο έλεγχο της οικονομικής πολιτικής θεσμικού περιβάλλοντος, και ο φόρος Τόμπιν είναι πιθανότερο να είναι πιο επιτυχής στην παρεμπόδιση πολύ βραχυχρόνιων κερδοσκοπικών κινήσεων και λιγότερο επιτυχής στην παρεμπόδιση επενδυτικού κεφαλαίου το οποίο παίρνει τη μορφή μακροπρόθεσμων εκροών. Ωστόσο η ελεύθερη μετακίνηση του κεφαλαίου είναι ένα σημαντικό ζήτημα και το θέμα του φόρου Τόμπιν έχει έναν ευρύτερο ρόλο στην επαναφορά της οικονομικής πολιτικής στο δημόσιο διάλογο. Όπως έχει σημειωθεί απομένουν πολλά που πρέπει να συζητηθούν. Για παράδειγμα, πόσο από το κεφάλαιο που θα προέλθει από το φόρο Τόμπιν χρειάζεται να δοθεί στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και για ποιο σκοπό. Ή ποιες προτεραιότητες οινκονομικής πολιτικής πρέπει να μπουν στην πολιτική αντζέντα οταν διαμορφωθεί ενα λιγότερο απελευθερωμένο περιβάλλον. Προς το παρόν όμως, αυτά αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα. Δε χρειάζεται, και δεν πρέπει, να προκαταλάβουμε το δημοκρατικό διάλογο. Πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι να ανακτήσουμε την οικονομία και την κοινωνία για λογαριασμό της δημοκρατίας από την παντοδυναμία των χρηματοπιστωτικών αγορών και των ειδικών τους Ο φόρος Τόμπιν μπορεί να συμβάλει σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Ευκλείδης Τσακαλώτος

Αθήνα 28/11/01

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ATTAC

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
28/1/2001 17:30
ΣΤΗΝ ΟΤΟΕ
Διαλέξεις / Κοπή Πίττας

ΟΡΓΑΝΩΣΗ
ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ
ΜΕΛΗ

ΓΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ
ΕΚΔΗΛΩΣΤΕ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΣΑΣ ΕΔΩ

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ
ΣΥΜΜΑΧΟΙ
ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
ΔΙΚΤΥΑ ΦΙΛΩΝ
SPONSORS