|
ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Ο ΦΟΡΟΣ ΤΟΜΠΙΝ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ |
ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ
|
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
|
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ |
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΑ ΔΕΛΤΙΑ |
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΙΣΤΙΟΣΕΛΙΔΕΣ ΓΡΑΨΤΕ ΜΑΣ hellas@attac.org |
|
ATTAC ΕΛΛΑΔΑ
ΙΔΡΥΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ |
Κριτική σε 3½ επιχειρήματα υπέρ των ελεύθερων χρηματοοικονομικών αγορών Θα ήθελα εδώ να εξετάσω μία σειρά από επιχειρήματα που προβάλλονται συχνά υπέρ της ελεύθερης λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών και επομένως εναντίον της επιβολής ελέγχου και περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, όπως είναι ο φόρος Tobin. Τα επιχειρήματα και τα στοιχεία που θα επικαλεστώ προέρχονται από την κλασική οικονομική θεωρία. Αυτό το κάνω επειδή πιστεύω ότι η Attac μπορεί να αποδείξει ότι έχει δίκιο ακόμα και μέσα από τις έρευνες και τη μεθοδολογία του αντίπαλου στρατόπεδου, ακόμα δηλαδή κι αν παίζουμε εκτός έδρας! Θέλω όμως παράλληλα να τονίσω ότι είναι πολύ σημαντικό να παίρνει κανείς στα σοβαρά τα επιχειρήματα του αντιπάλου και να μην τα απορρίπτει αβασάνιστα.Ας εξετάσουμε λοιπόν με τη σειρά αυτά τα 3½ επιχειρήματα που υποστηρίζουν τις ελεύθερες χρηματοοικονομικές αγορές και τι μπορούμε να πούμε γι' αυτά:
Η ελευθερία στην κίνηση κεφαλαίων είναι αποδοτική και οδηγεί στη μεγιστοποίηση της παγκόσμιας παραγωγής. Το επιχείρημα μας λέει ότι επιτρέποντας πλήρη ελευθερία στην κίνηση των κεφαλαίων, αυτά κατευθύνονται όπου είναι περισσότερο χρήσιμα, μια που οι συντελεστές απόδοσης αντανακλούν τις θεμελιώδεις παραγωγικές ευκαιρίες στις διάφορες χώρες. Με αυτόν τον τρόπο, οι αναπτυσσόμενες χώρες υποτίθεται ότι βγαίνουν πολύ ωφελημένες από την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων, καθώς επιτρέπει τις εισροές κεφαλαίου, που αξιοποιείται για την προώθηση της ανάπτυξης, την αύξηση της παραγωγικότητας και τελικά τη βελτίωση του επιπέδου ζωής. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων μεγιστοποιεί την παγκόσμια παραγωγή, ή τουλάχιστον τις παγκόσμιες δυνατότητες παραγωγής. Οι πιο τίμιοι υποστηρικτές των ελεύθερων χρηματοοικονομικών αγορών θα μπορούσαν να δεχτούν ότι μπορεί να τίθεται κάποιο θέμα κατανομής αυτού του προϊόντος. Ακόμα κι αν μεγιστοποιήσουμε το συνολικό παγκόσμιο προϊόν, ορισμένες χώρες μπορεί να βγαίνουν πιο ωφελημένες από τις άλλες. Μπορεί να εξακολουθήσουν να υπάρχουν εντάσεις ανάμεσα, για παράδειγμα, σε Βορά και Νότο, ή ανάμεσα στις ίδιες τις χώρες του Νότου (πχ Αφρική εναντίον Ασίας). Όμως, θα απαντούσαν, είναι καλύτερα να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της κατανομής έχοντας εξασφαλίσει περισσότερο συνολικό παγκόσμιο προϊόν παρά λιγότερο - ας αφήσουμε δηλαδή τα ελεύθερα κινούμενα κεφάλαια να μεγιστοποιούν το παγκόσμιο προϊόν και μετά ας ασχοληθούν η πολιτική και οι πολιτικοί με την ανακατανομή του, αν το κρίνουν απαραίτητο. Αυτό το επιχείρημα είναι ισχυρό: ποιός θα μπορούσε να διαφωνεί με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής όταν τόσο μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού παραμένει κάτω από το όριο της φτώχειας και στερείται τους πόρους για να καλύψει ακόμα και τις βασικές ανάγκες επιβίωσης; Όμως , παρουσιάζει διάφορα προβλήματα:
Αυτή την παρατήρηση την έχει κάνει ο Keynes ήδη από τη δεκαετία του '30, όταν παρομοίαζε τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών με ένα είδος καλλιστείων όπου ο κάθε κριτής δεν καλείται να βρεί ποιά είναι η πιο όμορφη αλλά ποιά νομίζουν οι υπόλοιποι ότι είναι πιο όμορφη. Με άλλα λόγια, όσοι συμμετέχουν στις χρηματοοικονομικές αγορές μπορούν να αποκομίσουν τεράστια κέρδη μόνο και μόνο με το να προβλέψουν σωστά τι πρόκειται να επιλέξουν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στις αγορές. Αν πιστεύουν ότι οι υπόλοιποι πρόκειται να κινηθούν προς ένα συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό τίτλο, αναμένουν ότι θα προκληθεί άνοδος της τιμής του και έτσι τους συμφέρει να τοποθετηθούν τώρα στον τίτλο και να επωφεληθούν από την υπεραξία. Αυτή η διαδικασία δε σχετίζεται βέβαια αναγκαστικά με το ποιοί τίτλοι θα παρουσιάσουν τη μεγαλύτερη πραγματική απόδοση - για να ξανάρθουμε στο παράδειγμα των καλλιστείων, δεν αναζητούμε απαραίτητα την πιο όμορφη υποψήφια (ή υποψήφιο).Τι αντίκτυπο μπορεί να έχει αυτό στην οικονομία; Μπορεί να έχουμε τις ακόλουθες επιπτώσεις:
Μία εναλλακτική θεώρηση για τα κίνητρα των κινήσεων κεφαλαίου είναι να παρατηρήσουμε την τάση των ελεύθερων χρηματοοικονομικών αγορών να προωθούν απλά το «κλείσιμο συμφωνιών» και την επέκταση των δραστηριοτήτων τους, που δημιουργούν υψηλά ιδιωτικά κέρδη, παρά να ευνοούν δραστηριότητες με μεγάλη κοινωνική ωφέλεια.
Ο Tobin έχει υποστηρίξει ιδιαίτερα αυτή την άποψη, και πιστεύω ότι αξίζει να του δώσουμε εδώ το λόγο: «αφιερώνουμε όλο και περισσότερους από τους πόρους μας, μέσα σ' αυτούς και τον ανθό των νέων μας, σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, σε δραστηριότητες που γεννούν υψηλές ιδιωτικές αμοιβές δυσανάλογες με την κοινωνική παραγωγικότητά τους».Γιατί συμβαίνει αυτό; Προκύπτει από το γεγονός ότι η ατελής πληροφόρηση δημιουργεί διχογνωμίες για την αξία των χρηματοοικονομικών τίτλων. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι εγώ γνωρίζω ότι η εταιρεία Τάδε αξίζει 1 δισεκατομμύριο δολλάρια, όμως η αγορά την αποτιμά μόνο 800 εκατομμύρια δολλάρια. Μπορώ να την αγοράσω και να κερδίσω αυτόματα 200 εκατομμύρια δολλάρια. Αυτό το κέρδος το μόνο που αντιπροσωπεύει είναι ένα ιδιωτικό όφελος για μένα. Είναι πολύ υψηλότερο από το κοινωνικό όφελος που προκύπτει από τη δραστηριότητά μου. Τέτοιου είδους ευκαιρίες όμως δημιουργούν κίνητρα για υπερεπενδύσεις στην πραγματική αποτίμηση εταιρειών.
Με δεδομένα τα θεωρητικά επιχειρήματα που ανέφερα, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι στην πράξη οι ροές κεφαλαίων δε φαίνεται να σχετίζονται ιδιαίτερα με την οικονομική απόδοση. Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες κινήσεις κεφαλαίων - όπως είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις - τα στοιχεία (βλέπε Begg et al, 1999, pp.9-10) υποδεικνύουν ότι, ενώ η φιλελευθεροποίηση των χρηματοοικονομικών αγορών τείνει όντως να ενισχύει τις εισροές ξένων άμεσων επενδυτικών κεφαλαίων, η συσχέτιση αυτών των τελευταίων με την ανάπτυξη της οικονομίας είναι πολύ ασθενής, για να μην πούμε ότι η ταχύτερη ανάπτυξη μάλλον δείχνει να συσχετίζεται με μικρότερης έκτασης εισροές ξένων επενδυτικών κεφαλαίων.Όποια και να είναι, εν πάσει περιπτώσει, τα επιχειρήματα υπέρ της ελεύθερης ροής μακρπρόθεσμων κεφαλαίων, δεν έχω εδώ το χρόνο να τα εξετάσω. Σε κάθε περίπτωση, ο φόρος Tobin (που ένας από τους στόχους της Attac είναι η εφαρμογή του) στοχεύει τις βραχυπρόθεσμες ροές κεφαλαίων. Άμα κοιτάξουμε την τάση των καθαρών χρηματοοικονομικών ροών (δηλαδή εισροές μείον εκροές, χωρίς να προσμετράμε τις άμεσες επενδύσεις), παρατηρούμε ότι η φιλελευθεροποίηση δεν επηρεάζει στην πραγματικότητα την τάση αυτών των ροών. Με άλλα λόγια, σε χώρες που ασκούσαν έλεγχο στις ροές κεφαλαίων, δεν προέκυψε κάποιο όφελος από τη φιλελευθεροποίηση του τύπου αύξησης της τάσης εισροής κεφαλαίων, που θα μπορούσε να συνεισφέρει στη δημιουργία αναπτυξιακών ευκαιριών.
Αντίθετα, υπάρχει σημαντική πιθανότητα να αντιμετωπίσουν τεράστιες διακυμάνσεις στην καθαρή ροή κεφαλαίων. Αυτό το φαινόμενο μας οδηγεί εύκολα στο συμπέρασμα ότι οι περισσότερες τουλάχιστον από αυτές τις ροές κεφαλαίων πραγματοποιούνται για βραχυπρόθεσμους κερδοσκοπικούς σκοπούς και δε σχετίζονται με κάποια μακροπρόθεσμη εκτίμηση κατανομής πόρων.
Οι χρηματοοικονομικές αγορές τιμωρούν μόνο τις «κακές» οικονομικές πολιτικές Το δεύτερο επιχείρημα αναφέρει ότι η ελευθερία στην κίνηση κεφαλαίων επιβάλλει την απαραίτητη πειθαρχία στις κυβερνήσεις να ακολουθούν σωστές πολιτικές και οι χρηματοοικονομικές αγορές τιμωρούν μόνο εκείνες τις χώρες που έχουν κακή διοίκηση, είναι σπάταλες, διεφθαρμένες κ.ο.κ. Έτσι, οι χώρες με σωστές πολιτικές δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από τις χρηματοοικονομικές αγορές. Και αυτό το επιχείρημα είναι ανοιχτό σε μία σειρά αντιρρήσεων.
Στο παρελθόν, η «ορθόδοξη» θεωρία υποστήριζε ότι μία χώρα είναι επιρρεπής στις κρίσεις μόνο αν οι οικονομικές της πολιτικές δεν είναι 'συμμαζεμένες' - με άλλα λόγια μόνο αν έχει ψηλό πληθωρισμό, μεγάλα δημοσιοοικονομικά ελλείμματα, κ.ο.κ. Όμως, οι πιο νέες θεωρίες και τα εμπειρικά στοιχεία μας υποδεικνύουν ότι δε μπορούμε να ερμηνεύουμε τις κρίσεις μόνο με αναφορά στα προβληματικά θεμελιώδη μεγέθη. Αντίθετα, η σύγχρονη θεωρία μας λέει ότι μία οικονομία σε μία δεδομένη κατάσταση, ακόμα και ακολουθώντας «λογικές [συμμαζεμένες]» πολιτικές, μπορεί να έρθει αντιμέτωπη με μία σειρά από πιθανά αποτελέσματα. Υπάρχει το «καλό» αποτέλεσμα, όπου η αγορά δεν επιτίθεται στη συναλλαγματική ισοτιμία, και το «κακό» αποτέλεσμα, όπου της επιτίθεται. Πώς προκύπτουν αυτά τα αποτελέσματα; Ουσιαστικά, μία χώρα μπορεί να περιέλθει σε κατάσταση κρίσης μόνο και μόνο επειδή οι χρηματοοικονομικές αγορές πιστεύουν ότι μπορεί να περιέλθει. Η πίστη τους στην πιθανότητα κρίσης στην πράξη την προξενεί, επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αρχική τους πρόβλεψη. Για να το πούμε αλλιώς, η κρίση μπορεί να είναι αυτο-επιβεβαιούμενη. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Αν ένας ικανός αριθμός συμμετεχόντων στην αγορά συναλλάγματος πιστεύουν ότι κάποιο νόμισμα θα υποτιμηθεί, η συμπεριφορά τους (στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πώληση του νομίσματος) θα προκαλέσει όντως υποτίμηση, μιά και μπορεί να υπερκεράσουν την ικανότητα της κυβέρνησης να στηρίξει τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός της. Το μόνο που χρειάζεται είναι κάποια αδυναμία στην οικονομία που να καθιστά το κόστος στήριξης του νομίσματος υψηλότερο από τα οφέλη της, μην αφήνοντας έτσι άλλη επιλογή στις κεντρικές αρχές από το να επιτρέψουν την υποτίμηση ή ελεύθερη διακύμανση του νομίσματος. Τέτοιου είδους παραδείγματα μπορεί να είναι ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας, που ανεβάζει το κοινωνικό κόστος της αύξησης των επιτοκίων για να στηριχθεί η συναλλαγματική ισοτιμία, ή ένα ασθενές τραπεζικό σύστημα, όπου μία μεγάλη αύξηση των επιτοκίων μπορεί να οδηγήσει σε καταρρεύσεις τραπεζών.
Τα διαθέσιμα στοιχεία μας υποδεικνύουν όντως ότι η συχνότητα και το βάθος τέτοιου είδους κρίσεων έχουν αυξηθεί τα τελευταία 15-20 χρόνια, όπου η φιλελευθεροπίηση των κινήσεων κεφαλαίου έχει ενταθεί. Το ίδιο συμπέρασμα απορρέει και από την παρατήρηση ότι οι οικονομολόγοι δυσκολεύονται πια να προβλέουν τις κρίσεις. Είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι από τη φύση τους οι κρίσεις που προκαλούνται από θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη είναι πιο εύκολα προβλέψιμες (μέσα από την παρατήρηση της επιδείνωσης των θεμελιωδών μεγεθών) από τις κρίσεις που προκαλεί η αυτο-επιβεβαιούμενη συμπεριφορά κερδοσκόπων. Ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα κρίσεων που θεωρήθηκαν αυτο-επιβεβαιούμενες είναι η κρίση του ERM το 1992-93, η κρίση του Μεξικού το 1994-95 και η Ασιατική κρίση το 1997-98.
Ένα άλλο, όλο και συχνότερο, φαινόμενο είναι η μεταδοτικότητα. Μία πιθανή κρίση σε μία χώρα μεταδίδεται και σε άλλες χώρες, είτε της ίδιας γεωγραφικής περιοχής, είτε της ίδιας φάσης ανάπτυξης, είτε και ακόμα ευρύτερα. Μπορούμε να αναφέρουμε ένα πολύ καλό παράδειγμα εδώ στο «σπίτι» μας. Η Ασιατική κρίση του 1997-98 προξένησε σοβαρά προβλήματα στην Ελλάδα, στην προσπάθειά της να σταθεροποιήσει την οικονομία εν όψει του κλειδώματος της ισοτιμίας της δραχμής με το ECU. Προκάλεσε μεγάλες εκροές κεφαλαίων, που υπέσκαψαν τη δυνατότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να υποστηρίξει την εξαγγελμένη πολιτική συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής. Μήπως επρόκειτο για αδυναμία στην πολιτική ή στα θεμελιώδη μεγέθη; Όχι, εγώ δεν το πιστεύω. Η μακροοικονομία βρισκόταν στην καλύτερη κατάστασή της απ' ό,τι είχε βρεθεί τα προηγούμενα αρκετά χρόνια. Επρόκειτο για μεταδοτική Ασιατική ασθένεια. Οι διεθνείς τράπεζες είχαν χάσει πολλά λεφτά στην Ασία. Στην Ελλάδα κάθονταν πάνω σε (κλώσσαγαν) μεγάλα πραγματοποιημένα και αναμενόμενα κέρδη - τα επιτόκια ήταν ακόμα ψηλά αλλά είχαν μπεί σε πτωτική τροχιά, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται μεγάλες ευκαιρίες κερδών τόσο σε αποδόσεις όσο και σε υπεραξίες. Για να καταγράψουν όμως τα ήδη πραγματοποιημένα κέρδη τους και να καλύψουν έτσι (βραχυπρόθεσμα) τις ζημιές που είχαν από την Ασία, ρευστοποίησαν τις θέσεις τους στα Ελληνικά ομόλογα, προκάλεσαν μία συνακόλουθη μεγάλη εκροή κεφαλαίων και δυσκόλεψαν έτσι πολύ την άσκηση οικονομικής πολιτικής.Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε πολλά παρόμοια περιστατικά μεταδοτικότητας. Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι είναι ένα πολύ ζωντανό και πραγματικό φαινόμενο.
Οι χρηματοοικονομικές αγορές συχνά τιμωρούν τις πιο «εναλλακτικές» οικονομικές πολιτικές - κυρίως τις πολιτικές που προτιμά η Συμπερασματικά, δεν είναι αλήθεια ότι η φιλελευθεροποίηση δεν είναι πρόβλημα γιατί οι χρηματοοικονομικές αγορές τιμωρούν μόνο τους παραβάτες. Και στο κάτω-κάτω, ποιός πληρώνει στο τέλος το κόστος αυτών των κρίσεων; Μπορούμε εδώ να διδαχτούμε από το πρόσφατο παράδειγμα της Αργεντινής (αν και δεν είναι φυσικά το μοναδικό παράδειγμα): τα πιο φτωχά στρώματα είναι αυτά που πληρώνουν τα σπασμένα - οι πλούσιοι είναι πιθανότατο να επωφεληθούν, στοιχηματίζοντας κατά της ισοτιμίας του νομίσματος - αποσύρουν τα κεφάλαιά τους σε άλλα νομίσματα και τα επαναφέρουν μετά την οριστική υποτίμηση.
Ο έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων είναι απλά ανέφικτος. Υποστηρίζεται ότι, όσο καλή θέληση και αν υπάρχει, στην εποχή της υψηλής τεχνολογίας, της αυξημένης χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, κλπ, κλπ ο έλεγχος των κεφαλαίων είναι απλά ανέφικτος. Πριν αναφερθώ στις τεχνικές πτυχές του τι είναι και τι δεν είναι εφικτό σε αυτή την εποχή της υψηλής τεχνολογίας, θέλω πρώτα να πω κάτι για την ηθική υπόσταση αυτού του επιχειρήματος. Ορισμένα επιχειρήματα έχουν ηθική αξία ανεξάρτητα από ποιός, πού και πότε τα επικαλείται - για παράδειγμα, το επιχείρημα ότι δεν πρέπει να φερόμαστε βάναυσα στα ζώα. Κάποια άλλα επιχειρήματα, όμως, δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Ας πάρουμε για παράδειγμα την πρόταση ότι πρέπει κάποιος να πληρώσει λύτρα για να σώσει το παιδί του που το έχουν απαγάγει. Κάποιος φίλος της οικογένειας θα μπορύσε δικαιολογημένα να υποστηρίξει ότι καλό είναι να δοθούν τα λύτρα - γιατί πιθανότατα θεωρεί ότι το ρίσκο να χαθεί το παιδί παρα-είναι μεγάλο και άμεσο ή ότι η πιθανότητα να ενθαρρυνθούν άλλοι επίδοξοι απαγωγείς στο μέλλον από αυτή την πληρωμή παρα-είναι γενική ή έμμεση. Αυτού του είδους το επιχείρημα δε θα μπορούσε να το επικαλεστεί ο ίδιος ο απαγωγέας - τουλάχιστον δεν το δικαιούται από πλευράς ηθικής. Γιατί είναι προφανές ότι ο απαγωγέας μπορεί να επηρεάσει πολύ άμεσα το αποτέλεσμα ο ίδιος, κι έτσι το επιχείρημά του από ηθική άποψη είναι πράγματι ρηχότατο. Αυτού του τύπου η διάκριση - που διατυπώθηκε από το φιλόσοφο -καθηγητή στην Οξφόρδη Gerry Cohen - αφορά επίσης ιδιαίτερα τις χρηματοοικονομικές αγορές. Όσοι ενέχονται άμεσα στις χρηματοοικονομικές αγορές δε δικαούνται στην πραγματικότητα να επικαλούνται τις δυσκολίες εφαρμογής του φόρου Tobin, μια που αυτό που λένε στην ουσία είναι ότι αυτοί οι ίδιοι θα προσπαθήσουν να τον παρακάμψουν, ακόμα και αν δημοκρατικά αποφασιστεί ότι πρόκειται για την καλύτερη πολιτική. Μπορούμε ακόμα να υποστηρίξουμε ότι ούτε καν ο Bush ή ο Blair δε δικαιούνται να επικαλούνται αυτό το επιχείρημα, μια και, ως ηγέτες χωρών με μεγάλες και ισχυρές σε παγκόσμιο επίπεδο χρηματοοικονομικές αγορές, έχουν αν θέλουν, τη δύναμη να επιβάλουν ένα τέτοιο φόρο.Φυσικά, αυτό το σκεπτικό μπορεί να ακούγεται σαν πολύ θεωρητικό και στον αέρα. Δε θα έπρεπε όμως. Πιστεύω ότι η κατάρριψη της ηθικής αξίας ενός επιχειρήματος αποτελεί πολύ σημαντικό βήμα για την κατάρριψη του ίδιου του επιχειρήματος. Τι παραπάνω μπορούμε να πούμε για τις τεχνικές πτυχές αυτού του θέματος; Δύο σημεία αξίζει τον κόπο να τονίσουμε για τη δυνατότητα εφαρμογής ενός φόρου τύπου Tobin.Πρώτον , είναι πολύ σημαντικό να θυμηθούμε ότι αυτή τη στιγμή ασκείται έλεγχος στους χρηματοοικονομικούς θεσμούς, και μάλιστα αυτός ο έλεγχος είναι κατά κανόνα πολύ αποτελεσματικός. Παρά την ευρέως διαδεδομένη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και παρά τον ταχύ ρυθμό εισαγωγής καινοτομιών στα χρηματοοικονομικά (όπως για παράδειγμα η εισαγωγή νέων χρηματοοικονομικών εργαλείων), οι κυβερνήσεις διατηρούν το έλεγχο των χρηματοοικονομικών θεσμών. Εξασφαλίζουν τη φορολόγησή τους, ελέγχουν τομείς όπως η επάρκεια κεφαλαίων τους, η ρευστότητά τους - και πάει λέγοντας. Ενώ μπορεί οι αρμόδιοι ελεγκτικοί φορείς να μην είναι πάντοτε σε θέση να ελέγξουν απόλυτα κάποιες πτυχές της δραστηριότητας ενός χρηματοοικονομικού φορέα, αυτό δεν τους εμποδίζει να προσπαθούν να ελέγξουν εκείνες τις συμπεριφορές που θεωρούνται επιζήμιες για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος ως συνόλου. Δε φαίνεται, επομένως, να υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος που να μην είναι σε θέση να επιβάλουν ένα φόρο τύπου Tobin, ή κάποιο αντίστοιχο μέτρο (όπως οι άτοκες υποχρεωτικές καταθέσεις).Δεύτερον, η 100% κάλυψη της παγκόσμιας αγοράς δεν είναι απαραίτητα αναγκαία - με άλλα λόγια, δεν είναι υποχρεωτικό να συμφωνήσει κάθε χώρα να επιβάλει ένα φόρο Tobin για να είναι αποτελεσματικός. Όσον αφορά αυτό το σημείο τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα. Ορισμένα χρηματοοικονομικά κέντρα υπόκεινται αυτή τη στιγμή σε αυστηρότερο έλεγχο από άλλα. Και μάλιστα παρατηρούμε ότι οι πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες ασκούν πολύ αυστηρότερους ελέγχους στις χρηματοοικονομικές τους αγορές απ' ό,τι κάποια 'offshore' κέντρα όπως τα Νησιά Cayman, η Σιγκαπούρη, κ.ο.κ. Και όμως, δεν παρατηρούμε όλη τη χρηματοοικονομική δραστηριότητα (ούτε κάν ένα ιδιαίτερα σημαντικό μέρος της) να μετακινείται προς αυτού του είδους τα κέντρα. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Αυτά τα κέντρα θεωρούνται πιό επισφαλή, καθώς αν δημιουργηθεί κάποια κρίση δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ποιός θα αναλάβει τη διαχείρισή της και ποιός θα αποζημιώσει τους καταθέτες που βγαίνουν ζημιωμένοι.Αυτό που μας διδάσκει η εμπειρία του ελέγχου των αγορών είναι ότι, εφόσον συμφωνήσουν οι μεγάλες βιομηχανικές χώρες, είναι εφικτή η υιοθέτηση μιάς πολιτικής που στοχεύει στη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Δε θέλω βέβαια να υποτιμήσω τις δυσκολίες εφαρμογής μιάς τέτοιας πολιτικής - απλά δεν είμαι διατεθιμένος να παρακολουθώ το Bush και το Blair να σηκώνουν τα χέρια ψηλά αναφωνώντας «ά, φοβόμαστε πως εμείς δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Δε μοιάζουν και τόσο αδύναμοι όταν πρόκειται για διάφορα άλλα μέτρα σταθεροποίησης των χρηματοοικονομικών αγορών.
Τέλος, έχοντας εξαντλήσει και εξαντληθεί με τα παραπάνω, οι υποστηρικτές της χρηματοοικονομικής φιλελευθεροποίησης καταλήγουν να επιχειρηματολογούν ότι όλος ο κόσμος (ή τουλάχιστον όλος ο κόσμος που μετράει η γνώμη του στην αγορά!) πιστεύει ότι παγκοσμιοποίηση σημαίνει ότι η χρηματοοικονομική φιλελευθεροποίηση είναι μιά καλή ιδέα, και δε μπορούμε επομένως να γυρίσουμε πίσω στις παλιές κακές μέρες του «υπερβολικού» ελέγχου των αγορών. Με άλλα λόγια, τι μας λένε; «Έτσι είναι ο κόσμος, παλληκάρια, και καλά θα κάνετε να το πάρετε απόφαση».Αυτό το επιχείρημα το ονόμασα μισό επιχείρημα από ευγένεια, γιατί στην πραγματικότητα δεν πιστεύω ότι αποτελεί καθόλου επιχείρημα. Παρόλα αυτά, κάθε τόσο το ακούμε να λέγεται. Είναι ενδιαφέρον ότι το ίδιο το επιχείρημα ακολουθεί τη δομή των καλλιστείων που ανέφερα προηγουμένως - η αλήθεια δεν παίζει κανένα ρόλο, το μόνο που παίζει ρόλο είναι ποιά νομίζουν οι άλλοι πως είναι η αλήθεια. Είδαμε πριν πώς τα καλλιστεία μπορούν να μας απομακρύνουν από τα θεμελιώδη μεγέθη όσον αφορά τις οικονομικές παραμέτρους. Το ίδιο βέβαια μπορεί να συμβεί και στην πολιτική.Κι εδώ ακριβώς μπαίνει στο παιχνίδι η ATTAC. Γιατί αυτός είναι ο ρόλος μας, να αντικρούσουμε με πραγματικά επιχειρήματα την επικρατούσα (σε ποιούς;) άποψη και να στρέψουμε τη δημόσια γνώμη πιο κοντά στην πραγματικότητα των χρηματοοικονομικών αγορών. Ελπίζω αυτά που ανέφερα να σας πείθουν ότι τα επιχειρήματα υπέρ της ελεύθερης λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών δε στέκουν τόσο γερά στα πόδια τους όσο συχνά υποστηρίζεται.Η ATTAC όμως καλείται να διαδραματίσει και έναν πιο άμεσα πολιτικό ρόλο - να δημιουργήσει ένα πολιτικό κίνημα που να εξασφαλίσει ότι δεν πιστεύουν όλοι που μετράει η γνώμη τους στην απόλυτη ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, και ακόμα καλύτερα να συνεισφέρει στη δημιουργία ενός κόσμου που επιτέλους θα αρχίσει να μετράει η γνώμη άλλων ομάδων ανθρώπων απ' ό,τι σήμερα!Ευκλείδης Τσακαλώτος - Αθήνα, Ιανουάριος 2002 |
|
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
|
|
|
ΟΡΓΑΝΩΣΗ
|
|
|
ΕΚΔΗΛΩΣΤΕ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΣΑΣ ΕΔΩ |
|
|
ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΤΥΑ ΦΙΛΩΝ SPONSORS |