ATTAC

 

ΣΧΕΔΙΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ  ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

 

Το κείμενο της Συνταγματικής Συνθήκης που επεξεργάστηκε η Διακυβερνητική Διάσκεψη, κακώς και καταχρηστικώς χαρακτηρίζεται ως Σύνταγμα. Η διαδικασία μέσα από την οποία αναδείχθηκε δεν έχει καμιά σχέση με τις συνταγματικές διαδικασίες, οι οποίες προϋποθέτουν την ανάδειξη μιας συντακτικής συνέλευσης.

 

Επιπλέον, ένα Σύνταγμα καθορίζει ένα πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν να ασκηθούν διαφορετικές πολιτικές ακόμα και αντιτιθέμενες μεταξύ τους. Οι πολιτικές της Ένωσης έτσι όπως καθορίζονται επακριβώς στο μέρος ΙΙΙ του κειμένου δεν αφήνουν κανένα χώρο για την άσκηση εναλλακτικών προς το νεοφιλελευθερισμό πολιτικών, ακόμα και αν αυτό επιθυμεί η πλειοψηφία των πολιτών των χωρών – μελών της Ένωσης. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την αναθεώρηση της προτεινόμενης συνθήκης, γεγονός που προϋποθέτει την ομοφωνία 25 κρατών και κυβερνήσεων, με συνέπεια να καθίσταται σχεδόν αδύνατο.

 

Επομένως, αυτό που προτείνεται με τη μορφή μιας Σ.Σ επιχειρεί να προσομοιάζει με Σύνταγμα, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι δημοκρατικοί κανόνες μιας συνταγματικής διαδικασίας, οπότε έχει περισσότερο το χαρακτήρα ενός ιδεολογικού μανιφέστου που αφορά το περιεχόμενο των πολιτικών της Ε.Ε.

 

Το συγκεκριμένο κείμενο δεν μεταβάλλει ουσιαστικά και δεν προωθεί ούτε τη θεσμική αρχιτεκτονική της Ένωσης. Όμως στις σημερινές συνθήκες ως πιο σημαντικό ζήτημα αναδεικνύεται το περιεχόμενο των πολιτικών της Ένωσης ανεξάρτητα από το επίπεδο της θεσμικής της εξέλιξης.

 

Καθώς η συζήτηση του κειμένου συνεχίζεται μεταξύ κρατών και κυβερνήσεων και επειδή η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν πρέπει να μείνει στάσιμη, οι πολίτες, οι δυνάμεις της αριστεράς και τα κινήματα μπορούν να διαμορφώσουν ένα σύνολο μεταρρυθμιστικών προτάσεων που θα καθιστούν κατ` αρχήν αποδεκτό το κείμενο της Σ.Σ, στην προοπτική της διενέργειας δημοψηφίσματος και επικύρωσής του από τα 25 κράτη – μέλη.

 

 

 

 

1. Η αλληλεγγύη πρέπει να περιλαμβάνεται στις αξίες και στους στόχους της Ένωσης.

 

Το άρθρο Ι – 2 δεν ορίζει την αλληλεγγύη ως μία από τις αξίες της Ένωσης, όπως κάνει μεταξύ άλλων για την ελευθερία και την ισότητα. Η αλληλεγγύη απλά εκλαμβάνεται ως ήδη κοινό χαρακτηριστικό στα κράτη – μέλη. Ζητάμε, η αλληλεγγύη να συμπεριληφθεί ρητά στις αξίες και στους κανόνες της Ένωσης.

 

2. Η ισότητα ανδρών – γυναικών πρέπει να αποτελεί αξία της Ένωσης.

 

Το άρθρο Ι – 3 (Οι στόχοι της Ένωσης), καθορίζει μόνο στην 3η παράγραφο ότι η Ένωση «προωθεί την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών». Δεν αρκεί όμως μόνο να την προωθεί, πρέπει κυρίως να την εγγυάται. Ζητάμε λοιπόν να συμπεριληφθεί η ισότητα ανδρών – γυναικών στο άρθρο Ι – 2, δηλαδή στις αξίες της Ένωσης, όπως περιλαμβάνονται εκεί η αξιοπρέπεια, η ελευθερία, η δημοκρατία, η ισότητα, το κράτος δικαίου και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

3. Ο ανταγωνισμός  δεν μπορεί να είναι ένας από τους στόχους και υπέρτατος κανόνας της Ένωσης.

 

Στο άρθρο Ι – 3 (Οι στόχοι της Ένωσης), παράγραφος 2, ορίζεται ότι «η Ένωση παρέχει στους πολίτες της ... μια ενιαία αγορά όπου ο ανταγωνισμός είναι ελεύθερος και ανόθευτος». Ζητάμε την αντικατάσταση του ανταγωνισμού από τη «συνεργασία» ως στόχο και υπέρτατο κανόνα της Ένωσης. Επιπλέον, η Επιτροπή κατέχει υπέρμετρες και απόλυτες εξουσίες σε σχέση με τον ανταγωνισμό. (ΙΙΙ – 57). Θεωρούμε ότι, εφόσον υπάρχει αίτημα από ένα κράτος, μια απόφαση της Επιτροπής σε θέματα ανταγωνισμού, πρέπει να αναστέλλεται και να παραπέμπεται για έγκριση με ειδική πλειοψηφία από το Συμβούλιο σε συναπόφαση με το Κοινοβούλιο.

 

4. Οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να συμπεριληφθούν στους στόχους της Ένωσης και να μην υπόκεινται στους κανόνες του ανταγωνισμού.

 

Οι δημόσιες υπηρεσίες («υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος», όπως αναφέρονται κατά κανόνα στο κείμενο), δεν πρέπει να αναφέρονται μόνο στα μέρη ΙΙ και ΙΙΙ της Σ.Σ, αλλά να περιληφθούν στο 1ο μέρος (Ορισμός και Στόχοι της Ένωσης) και ως αξία και στόχος της Ένωσης. Το άρθρο ΙΙΙ – 55 υποτάσσει τις «υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος» στους κανόνες του ανταγωνισμού. Ζητάμε την τροποποίηση των άρθρων ΙΙΙ – 55, 56 και 57, ώστε οι δημόσιες υπηρεσίες να μην υπόκεινται στους κανόνες του ανταγωνισμού.

 

5. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός δεν εξασφαλίζει το συλλογικό συμφέρον και δεν θα έπρεπε να αποτελεί μια από τις αρχές της Ένωσης.

 

Σε πάρα πολλά σημεία του κειμένου και ιδιαίτερα στα άρθρα ΙΙΙ – 69 και 70, επαναλαμβάνεται ότι η οικονομική πολιτική της Ένωσης «...ασκείται σύμφωνα με την αρχή της ανοιχτής οικονομίας της αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό».

Ζητάμε να απαλειφθεί παντού από το κείμενο η διατύπωση «ανοιχτή οικονομία της αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό» θεωρώντας ότι είναι απαράδεκτο να ανάγεται σε συνταγματική αρχή.

 

6. Να αποτραπεί η πλήρης εμπορευματοποίηση του πολιτισμού, της εκπαίδευσης και της υγείας από την κοινή εμπορική πολιτική.

 

Το άρθρο ΙΙΙ – 227 – 9 γενικεύει την ειδική πλειοψηφία για όλες τις εμπορικές συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση. Εξαιρεί εν τούτοις τους τομείς των πολιτιστικών και οπτικοακουστικών υπηρεσιών όπου απαιτείται ομοφωνία, μόνο όμως «όταν υπάρχει κίνδυνος οι υπηρεσίες αυτές να θίξουν την πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία της Ένωσης». (αρ. ΙΙΙ – 217 – 4). Ζητάμε να απαλειφθεί η συγκεκριμένη διατύπωση, γιατί δεν διευκρινίζει ποιος ή ποιο όργανο θα αποφασίζει γι` αυτό και προτείνουνε να εξακολουθήσει να ισχύει η αρχή της ομοφωνίας και στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης. Το αίτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο των Υπηρεσιών (GATS) στα πλαίσια του ΠΟΕ, αποτελεί μια διαρκή απειλή γι` αυτούς τους τρεις τομείς.

 

7. Η κοινή εμπορική πολιτική οφείλει να υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο.

 

Τα άρθρα ΙΙΙ – 216 και 217 που διέπουν την κοινή εμπορική πολιτική, δεν προβλέπουν κανέναν έλεγχο των οργάνων που την ασκούν, σχετικά με το περιεχόμενό της. Η Επιτροπή οφείλει να παρουσιάζει μια λεπτομερή ετήσια έκθεση των σχετικών δραστηριοτήτων, για έγκριση από το Ευρωπαϊκό και τα Εθνικά Κοινοβούλια. Επιπλέον, η εντολή για διαπραγματεύσεις προς τον αρμόδιο επίτροπο, να πραγματοποιείται με τη διαδικασία της συναπόφασης Κοινοβουλίου – Συμβουλίου, με το τελευταίο να αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

 

8. Να αποτραπεί το κοινωνικό και φορολογικό ντάμπιγκ στα πλαίσια της Ένωσης.

 

Ο κανόνας της ομοφωνίας στον κοινωνικό και φορολογικό τομέα επιτρέπει σε ορισμένα κράτη να ακολουθούν την πολιτική του ελάχιστου, προσφέροντας έτσι σε άλλα κράτη – μέλη τη δικαιολογία να ελαχιστοποιούν αντίστοιχα τις πολιτικές τους. Οι ακόλουθες πολιτικές που σήμερα διέπονται από τον κανόνα της ομοφωνίας, ζητάμε να υπόκεινται στη συναπόφαση Κοινοβουλίου – Συμβουλίου με το τελευταίο να αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

-Φορολογία των επιχειρήσεων, φοροδιαφυγή (αρ. ΙΙΙ – 62 και 63)

-Φορολογία για το περιβάλλον (ΙΙΙ – 130)

-Κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική προστασία των εργαζομένων, προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, εκπροσώπηση και συλλογική υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων, συνθήκες απασχόλησης των υπηκόων τρίτων χωρών. (ΙΙΙ – 104)

-Ενεργοποίηση της διαδικασίας σύναψης συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων (ΙΙΙ – 106)

 

9. Η οικονομική και η νομισματική πολιτική πρέπει να προωθούν την ανάπτυξη και την απασχόληση.

 

Το άρθρο ΙΙΙ – 69 – 3 ορίζει ότι η οικονομική και νομισματική πολιτική έχει ως πρώτο στόχο τη σταθερότητα των τιμών. Επίσης στους στόχους της Ένωσης (Ι – 3 – 3), προβλέπεται «μια άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς με στόχο την πλήρη απασχόληση» και με γνώμονα την «ισόρροπη οικονομική μεγέθυνση». Θεωρούμε ότι η νομισματική πολιτική δεν θα έπρεπε να αποσυνδέεται ούτε από την οικονομική πολιτική, ούτε από την πολιτική για την απασχόληση. Συνεπώς, η πλήρης απασχόληση και η ανάπτυξη θα πρέπει να εμφανίζονται ως κύριοι στόχοι της νομισματικής πολιτικής, μαζί με τη σταθερότητα των τιμών.

 

10. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες (εκτ) πρέπει να υπόκεινται στον έλεγχο των κυβερνήσεων και των εκλεγμένων αντιπροσώπων.

 

Το άρθρο ΙΙΙ – 80 απαριθμεί τους θεσμούς και τα όργανα από τα οποία δεν πρέπει να δέχεται υποδείξεις και οδηγίες η ΕΚΤ και οι εκτ. Ο έλεγχος των εκτ από τις κυβερνήσεις και την εκλεγμένη εθνική αντιπροσωπεία αποτελεί στοιχειώδη δημοκρατική απαίτηση. Εφόσον οι διοικήσεις των εθνικών κεντρικών τραπεζών συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ, η πολιτική της οφείλει να υπόκειται στον έλεγχο του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

 

11. Η Ένωση πρέπει να έχει τη δυνατότητα δανεισμού.

 

Στο άρθρο Ι – 53 προβλέπεται ότι «ο προϋπολογισμός της Ένωσης χρηματοδοτείται εξολοκλήρου, με την επιφύλαξη των άλλων εσόδων, από ίδιους πόρους». Με απόφαση του Συμβουλίου οι ίδιοι πόροι της Ένωσης έχουν καθηλωθεί στο 1,27% του ΑΕΠ, όριο για το οποίο απαιτείται προς τα άνω αναθεώρηση. Επιπλέον, η Ένωση θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα δανεισμού ιδιαίτερα για τα μεγάλα έργα υποδομής και για τις αναγκαίες επενδύσεις ιδιαίτερα στις χώρες που πρόκειται να ενταχθούν το 2004. Ένας τέτοιος δανεισμός μπορεί να πραγματοποιείται μέσω της ΕΚΤ, γεγονός που προϋποθέτει την απάλειψη του αρ. ΙΙΙ – 73, το οποίο απαγορεύει στην ΕΚΤ κάθε είδους πιστωτικές διευκολύνσεις προς όργανα, οργανισμούς και φορείς της Ένωσης.

 

12. Η Ένωση πρέπει να διαθέτει τη δυνατότητα ελέγχου στη διακίνηση των κεφαλαίων.

 

Το άρθρο ΙΙΙ – 45 απαγορεύει κάθε περιορισμό στη διακίνηση των κεφαλαίων, γεγονός που καθιστά αδύνατη την επιβολή ενός φόρου τύπου Tobin. Ζητάμε επομένως την απάλειψή του. Στο αρ. ΙΙΙ – 46 – 3 η ομοφωνία θεωρείται προϋπόθεση για μέτρα ελέγχου των κεφαλαίων με προέλευση ή προορισμό τρίτες χώρες. Ζητάμε αντικατάσταση της ομοφωνίας με την ειδική πλειοψηφία.

 

 

13. Η αρχή της μη περιστολής των δικαιωμάτων.

 

Στους στόχους της Ένωσης πρέπει να πρέπει να συμπεριληφθεί διατύπωση που θα εγγυάται την αρχή της μη περιστολής των δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, η κοινοτική νομοθεσία δεν μπορεί να εφαρμόζεται παρά μόνο στο μέτρο που είναι πιο ευνοϊκή από τους νόμους και τα διατάγματα που ισχύουν σε κάθε κράτος – μέλος και ειδικά σε ότι αφορά το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, έτσι όπως αυτά καταγράφονται στην Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

14. Κανένα προνόμιο στις εκκλησίες. Η Ένωση πρέπει να έχει κοσμικό χαρακτήρα.

 

Το άρθρο Ι – 51 είναι εξολοκλήρου αφιερωμένο στο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών οργανώσεων. Η παράγραφος 3 ορίζει ότι «η Ένωση διατηρεί ανοιχτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις εκκλησίες και τις οργανώσεις αυτές, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη ταυτότητα και συμβολή τους». Πρόκειται για τις μοναδικές οργανώσεις που απολαμβάνουν μια τέτοια επίσημη αναγνώριση μέσα στο κείμενο. Προτείνουμε τη διαγραφή της παραγράφου 3, του άρθρ. Ι – 51, η οποία εξάλλου καλύπτεται από την ευρύτερη διατύπωση του αρθρ. Ι – 46 – 2: «Τα όργανα της Ένωσης διατηρούν ανοιχτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών».

 

15. Το ΝΑΤΟ δεν αποτελεί θεσμό της Ε.Ε.

 

Στο άρθρο Ι – 40 για την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας υπάρχει δύο φορές αναφορά στην Οργάνωση του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) και φροντίζει να τονίσει και να προσδιορίσει ότι η κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας «συνάδει με την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας που θεσπίζεται στο πλαίσιο αυτό». Επειδή το ΝΑΤΟ δεν αποτελεί θεσμό της Ε.Ε, αλλά το κύριο μέσο επιβολής και κυριαρχίας των ΗΠΑ επί της Ευρώπης, ζητάμε τη απάλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στο ΝΑΤΟ από το κείμενο της συνθήκης.

 

16. Ο μιλιταρισμός δεν μπορεί να αποτελεί δέσμευση της Ένωσης.

 

Στο άρθρο Ι – 40 - 3 ορίζεται ότι «Τα κράτη – μέλη δεσμεύονται να βελτιώσουν προοδευτικά τις στρατιωτικές τους δυνατότητες». Η συγκεκριμένη διατύπωση πρέπει να διαγραφεί.

 

 

17. Διευκόλυνση της ενισχυμένης συνεργασίας.

 

Το άρθρο Ι – 43 που αφορά τις ενισχυμένες συνεργασίες οι οποίες επιτρέπουν σε μια ομάδα κρατών να προχωρήσουν πιο γρήγορα στη υιοθέτηση κοινών πολιτικών, καθιστά αυτές τις συνεργασίες δύσκολες, χρονοβόρες στην υλοποίηση και πρακτικά αδύνατες, καθώς θέτει μια σειρά περίπλοκες προϋποθέσεις: Υποβολή αιτήματος από οκτώ κράτη μέλη, Απόφαση με απαρτία του Συμβουλίου των Υπουργών με ειδική πλειοψηφία,  Ως ειδική πλειοψηφία ορίζεται η πλειοψηφία των ψήφων των αντιπροσώπων των συμμετεχόντων κρατών, η οποία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον τα τρία πέμπτα του πληθυσμού αυτών των κρατών, κλπ. Θεωρούμε ότι όλες αυτές οι περίπλοκες προβλέψεις μπορούν να αντικατασταθούν από μια διαδικασία απλής πληροφόρησης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου από τις κυβερνήσεις που αποφασίζουν να καθιερώσουν κάποιου είδους ενισχυμένη συνεργασία.

 

18. Επέκταση της ευρωπαϊκής υπηκοότητας.

 

Οι διατάξεις των άρθρων ΙΙ – 39 μέχρι ΙΙ – 46 που σχετίζονται με τη ευρωπαϊκή υπηκοότητα, να έχουν εφαρμογή όχι μόνο για τους πολίτες της Ένωσης, αλλά, σύμφωνα με διαδικασίες που πρέπει να καθοριστούν, και για όσους διαμένουν εντός της Ένωσης χωρίς να ανήκουν ή να προέρχονται από κάποιο κράτος μέλος της.

 

 19. Πραγματική δυνατότητα ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας από τους πολίτες της Ένωσης.

 

Στο άρθρο Ι – 46 – 4, προβλέπεται ότι «Με πρωτοβουλία τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου πολιτών της Ένωσης από σημαντικό αριθμό κρατών μελών, μπορεί να καλείται η Επιτροπή να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία οι εν λόγω πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή του Συντάγματος». Αυτή η διατύπωση αφήνει στην Επιτροπή την αποκλειστική αρμοδιότητα της διαμόρφωσης του περιεχομένου της πρότασης. Θεωρούμε ότι μια τέτοια διαδικασία πρέπει να υπάγεται άμεσα στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, χωρίς καμιά μεσολάβηση της Επιτροπής.

 

 

 

20. Η Επιτροπή δεν θα πρέπει να έχει τη μονοπωλιακή αποκλειστικότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας.

 

Το άρθρο Ι- 25 δίνει στην Επιτροπή την αποκλειστικότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας. Θεωρούμε ευνόητο ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να έχουν εξίσου το δικαίωμα ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας.

 

21. Η Συνταγματική Συνθήκη πρέπει πραγματικά να μπορεί να αναθεωρηθεί.

 

Το άρθρο IV – 7 που αφορά τη διαδικασία αναθεώρησης της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος θέτει αξεπέραστα εμπόδια σε περίπτωση αιτήματος αναθεώρησης της συνθήκης. Προβλέπει ότι «Οι τροποποιήσεις τίθενται σε ισχύ μετά την επικύρωσή τους από όλα τα κράτη μέλη κατά τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες». Κατ` αυτό τον τρόπο, ο ελεύθερος και ανόθευτος ανταγωνισμός και το υποβαθμισμένο καθεστώς των δημοσίων υπηρεσιών, για να αναφέρουμε μόνο αυτά τα δυο παραδείγματα, μπορούν να διαιωνίζονται με την εμμονή ενός μόνο κράτους μέλους. Θεωρούμε ότι η ειδική πλειοψηφία αρκεί για να ξεκινήσει η διαδικασία αναθεώρησης της συνθήκης.