Στρογγυλό τραπέζι:
«Δ.Ν.Τ., Παγκόσμια Τράπεζα, Π.Ο.Ε., οι τρεις πυλώνες της παγκοσμιοποίησης»
Εισήγηση Α.Τ.Τ.Α.C.-EΛ. ( Πισσίας Βαγγέλης)
Στοιχεία
για μια πολιτική θεωρία κι’ ένα πολιτικό σχέδιο του κινήματος ενάντια στη
νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση
(περίληψη)
Οι τρεις αυτοί, γνώριμοι και σημαντικοί διεθνείς οργανισμοί, δεν αποτελούν τους τρεις «πυλώνες» της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αλλά, μαζί με άλλους διεθνείς οργανισμούς –οικονομικούς, χρηματοπιστωτικούς, επιτροπές/λόμπυ και ορισμένες ΜΚΟ – σχηματικά θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αποτελούν έναν από τους «πυλώνες» της. Στους διεθνείς οικονομικούς, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς περιλαμβάνονται σήμερα ισχυρές περιφερειακές αναπτυξιακές τράπεζες, περιλαμβάνεται, χωρίς να διαφοροποιείται ως προς τις οικονομικές πολιτικές που προωθεί, και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (E.D.F.). Αυτές οι οικονομικές πολιτικές περιλαμβάνουν υπαγωγή του κεντρικού-εθνικού σχεδιασμού στη δυναμική της Αγοράς, ιδιωτικοποίηση τομέων παραγωγής δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, αγροτική αντιμεταρρύθμιση, εξάλειψη του κρατικού εισαγωγικού εμπορίου απ’ τούς θεωρούμενους στρατηγικής σημασίας τομείς και απορύθμιση της αγοράς εργασίας.
Το σύστημα των διεθνών οργανισμών δεν είναι το πιο σημαντικό στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, το παράδειγμα της Παγκόσμιας Τράπεζας παρουσιάζει γι’ αυτό το λόγο χαρακτηριστικό ενδιαφέρον. Πράγματι, εξετάζοντας τα χρηματοπιστωτικά μεγέθη του συστήματος οι εντυπώσεις αμβλύνονται. Η Τράπεζα, που ως και τη δεκαετία του ’80 αποτελούσε ένα από τους μεγαλύτερους προμηθευτές κεφαλαίων στις αποκαλούμενες αναπτυσσόμενες χώρες, είδε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 τη καθαρή εκροή-εκταμίευσή της ν’ αποτελεί πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού καθαρού εξωτερικού δανεισμού αυτών των χωρών (2,3 δις $ έναντι 170 δις $ το 1993, το 1994 η καθαρή εκροή ήταν αρνητική). Στην ίδια περίοδο η (παράλληλη) διεθνής ροή των ιδιωτικών κεφαλαίων επιταχύνεται και σχεδόν τετραπλασιάζεται. Τα όριά της και η δυναμική της γίνονται αντιληπτά εξετάζοντας τη πορεία της Τράπεζας :
· απ’ τη γέννησή της μετά το πόλεμο - μαζί με το Δ.Ν.Τ. και τον (τότε) Διεθνή Οργανισμό Εμπορίου ύστερα από Βρετανική πρόταση και σε οικονομικό «κλίμα» κεϋνεσιανισμού - και τη πρώτη σύντομη υποχώρηση της κάτω απ’ τη πίεση των σχεδίων των ΗΠΑ για τον μεταπολεμικό κόσμο (αρχίζοντας απ’ την πρόταση Ουάϊτ και την εδραίωση του δολαρίου ως διεθνούς νομίσματος που ακολούθησε),
· έως τις επόμενες κρίσεις αποτελεσματικότητας και φυσιογνωμίας, καθώς απ’ τη μια δέχεται τη κριτική των νεοφιλελεύθερων ότι δε προσαρμόστηκε στη σύγχρονη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση και απ’ την άλλη συγκρούεται με τις κοινωνίες που αποσυνθέτει και οδηγεί σε οικονομική καταστροφή (βλ. Λατ. Αμερική κυρίως αλλά κι’ όχι μόνο) με τις οικονομικές πολιτικές - μέτρα - ρυθμίσεις που επιβάλλει ή διαμεσολαβεί.
Η θεώρηση συνεπώς της παγκοσμιοποίησης ως δομής που εδράζεται σε πυλώνες, στη προκείμενη περίπτωση στους προαναφερόμενους τρεις διεθνείς οργανισμούς, είναι ίσως περιγραφική, είχε την αντιστοιχία της στη μεταπολεμική «αρχιτεκτονική» του Κέϋνς, διατηρεί την πολιτική της σημασία δεν έχει όμως σήμερα ιδιαίτερη ερμηνευτική αξία.
Αυτή η θεώρηση θέτει τα βασικά ζητήματα της σχετικής αυτονομίας ή -αντίθετα- του απόλυτου ετεροκαθορισμού των μεγάλων διεθνών οργανισμών και παραπέμπει στη γενική θεωρία της παγκοσμιοποίησης και των διεθνών οργανισμών. Απ’ τη «ρεαλιστική» η νεορεαλιστική προσέγγιση που εστιάζει στο εθνικό κράτος και θεωρεί τους Δ.Ο. εργαλεία-αποτελέσματα ενός διακρατικού συσχετισμού δυνάμεων, (περνώντας μέσα από πολλές και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες θεωρίες της παγκοσμιοποίησης) φτάνουμε στη θεωρία του παγκόσμιου ολιγοπολιακού ανταγωνισμού, στη σημερινή νέα φάση του μοντέλου της παγκόσμιας καπιταλιστικής συσσώρευσης, με καθοριστική την κυριαρχία της χρηματοοικονομικής σφαίρας.
Το θεωρητικό αυτό υπόδειγμα του παγκόσμιου ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού είναι το πιο κοντινό στη μορφή αλλά και την ουσία των πραγμάτων ερμηνευτικό σχήμα.
Μέσα από αυτό οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι κύριες δυνάμεις που δρουν στο εξαιρετικά πολύπλοκο και διαδραστικό πεδίο της παγκοσμιοποίησης, δεν είναι συχνά οι περισσότερο ορατές. Αυτές οι δυνάμεις δε πρέπει να σχηματοποιούνται και να ιεραρχούνται εύκολα καθώς παραμονεύει ο κίνδυνος διολίσθησης σε μη πραγματικές και χωρίς ουσιαστικό στόχο πολιτικές θεωρήσεις. Επιχειρώντας μια πολιτική ανάγνωση του σημερινού κόσμου με το παλιό αλλά κι΄ όχι ξεπερασμένο σχήμα της διάταξης των βασικών αντιθέσεων σε τρία επίπεδα, σ’ αυτό της εργασίας-κεφαλαίου, σ’ αυτό που αντιπαραθέτει τους λαούς των μη αναπτυγμένων χωρών στις ισχυρές οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις και δομές του πλανήτη και τέλος σ’ αυτό που αντιπαραθέτει αυτές τις δυνάμεις-δομές μεταξύ τους, επιδιώκουμε το πέρασμα απ’ τη γενική θεωρία της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης στην πολιτική της θεωρία.
Οι πιο πάνω νύξεις δεν έγιναν για να τεκμηριώσουν έναν
ολοκληρωμένο συλλογισμό,
παρατίθενται ωστόσο για να δείξουν πώς
μια αδύναμη πολιτική θεώρηση, απόρροια μιας περιγραφικής προσέγγισης του
προβλήματος «παγκοσμιοποίηση – διεθνείς οργανισμοί» και μια ελλειμματική ερμηνεία-κατανόησή του, μπορεί να δώσει ένα
«άστοχο» πολιτικό σχέδιο.
Το σημερινό κίνημα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έχει ανάγκη
από πολιτική θεωρία που ωστόσο δεν θα είναι μία και θα δημιουργηθεί ανάμεσα
σε άλλες. Παράλληλα έχει ανάγκη και
από πολιτικό σχέδιο, που κι’ αυτό δεν
θα είναι το μοναδικό – της μιας αλήθειας – αλλά θα δοκιμαστεί μαζί με
άλλα. Γιατί στην εποχή της
υποχώρησης των βεβαιοτήτων, της κρίσης
των γνώριμων πολιτικών μορφών και περιεχομένων και της εμφάνισης νέων,
θα χρειαστούν περισσότερες από μια πολιτικές θεωρίες και σχέδια που θα
συνθέτουν και θα εκφράζουν τις διαφορετικές αντιλήψεις ή εμπειρίες της κοινωνικής πραγματικότητας
καθώς και τις διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες.
Μ’ αυτό το τρόπο μέσα από συγκλίσεις και αποκλίσεις θα διαμορφωθούν τα
βασικά και πολλές φορές αντιτιθέμενα πολιτικά ρεύματα του κινήματος ενάντια στη
νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.
Αθήνα 31 / 01 / 2003